γαλακτοτροφία

γᾰλακτο-τροφία, , = foreg., LXX 4 Ma.16.7, Ph.2.83, BGU297.14 (i A. D.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γαλακτοτροφία — γαλακτοτροφίᾱ , γαλακτοτροφία fem nom/voc/acc dual γαλακτοτροφίᾱ , γαλακτοτροφία fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλακτοτροφίᾳ — γαλακτοτροφίᾱͅ , γαλακτοτροφία fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλακτοτροφία — η (AM γαλακτοτροφία) η διατροφή με γάλα, η γαλουχία νεοελλ. το να τρέφεται κάποιος αποκλειστικά ή κυρίως με γάλα και με τα παράγωγα του …   Dictionary of Greek

  • γαλακτοτροφίας — γαλακτοτροφίᾱς , γαλακτοτροφία fem acc pl γαλακτοτροφίᾱς , γαλακτοτροφία fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλακτοτροφίαι — γαλακτοτροφίᾱͅ , γαλακτοτροφία fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλακτοτροφίαν — γαλακτοτροφίᾱν , γαλακτοτροφία fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άγαλος — η, ο [γάλα] 1. αυτός που δεν παρέχει αρκετό γάλα, αγάλακτος 2. (για εποχές) αυτή που δεν ευνοεί τη γαλακτοτροφία …   Dictionary of Greek

  • γάλα — Υγρό που εκκρίνεται από τους μαστικούς αδένες των θηλαστικών. Το γ. είναι ένα γαλάκτωμα, δηλαδή νερό με λεπτότατα λιποσφαίρια που περιέχει, εκτός από το λίπος, πρωτεΐνες, υδατάνθρακες, ένζυμα, άλατα και βιταμίνες. Όλα τα συστατικά αυτά φέρονται… …   Dictionary of Greek

  • ԿԱԹՆԱՋԱՄԲ — ( ) NBH 1 1032 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical ա. Որ ջամբէ զկաթն. կաթնամատոյց. կաթնասնոյց. *Մայր կաթնաջամբ անկարօտ բնութեանն անեզին. Տօնակ.: ԿԱԹՆԱՋԱՄԲ ԼԻՆԵԼՆ. իբր յն. կաթնասնունութիւն. γαλακτοτροφία lactatus, lacte nutritio …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • ԿԱԹՆԱՍՆՈՒԹԻՒՆ — ( ) NBH 1 1032 Chronological Sequence: Early classical գ. γαλακτοτροφία . Սնանիլն կաթամբ. կաթնասուն կամ կաթնաջամբ լինել. կաթնաբուծիլն: Կանոն …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.